Οἱ διά Βάκχον Σαλοί
Ἀδιαμφισβήτητα, μέσα ἀπό τήν εἰρωνεία τῆς Ἀπόκλισης, τή δύναμη τῆς ὕστατης ἀπογύμνωσης, τήν Αἰσθητική τῆς πενιχρότητος –scantiness–frugality ἡ Τραγωδία ἀποτελεῖ τό ἀνυπέρβλητο σύμβολο τῆς ἐντροπίας, τό καθολικό ἀντιφάρμακον ἀπέναντι στή δημαγωγία τῆς Ταυτότητας καί τῆς Πολιτισμικῆς Λήθης. Τό κονταροχτύπημα τοῦ τραγικοῦ ἥρωα μέ τόν Θάνατο εἶναι ἡ πεμπτουσία τοῦ Ἀνθρώπινου, τό ἀποκορύφωμα τοῦ Ὑπαρξιακοῦ, ἐκείνη ἡ Ἀντιγόνεια ὑπέρτατη χλεύη πού συνεπάγεται μία σύγκριση μέ τό ἀνόργανο τό ὁποῖο δέν δύναται μήτε νά περιγελάσει, μήτε νά ὑπερκεράσει τό Θεῖον. Μόνον διά τῆς βακχείας δύναται ὁ ἀμφισβητίας ἥρωας νά ἐγκαταλείψει, νά ἀπεκδυθεῖ τήν ὀργανική αὐτοκυριαρχία τοῦ Εἶναι Του καί νά ἀποτινάξει τούς ἐγκόσμιους δεσμούς Του. Εἶναι τό αὐτόβουλο πάθος –αὐτόγνωτος– μία ἄγρια, ἀδάμαστη αὐτονομία τῆς παρόρμησης πού ὁδηγεῖ στόν ὄλεθρο, μία ὀργίλη μανιώδης αὐτοαναγνώριση πού στοχεύει στόν ἀφανισμό. Μακρυά ἀπό τήν ἁρμονική, ἀλλά θαμασμένη φλόγα τῆς ἑστίας, ὁ τραγικός ἥρωας μέσα στήν ἱερή Του μανία, ὡς ἀντίθεος ἐκπορθεῖ τήν Αὐτογνωσία Του καί ὁ ἴδιος μετουσιώνεται σέ παρανάλωμα τῶν πρωταρχικῶν στοιχείων τῆς ζωτικῆς δύναμης που Τόν συνδέουν μέ τούς Θεούς κι ἐπιζητᾶ μαζί Τους ἀενάως, μιά θανάσιμη πάλη.