SALIFERT KH/ALK PROFI TEST
Το ασβέστιο από μόνο του δεν μπορεί να σχηματίσει το σκελετικό υλικό των κοραλλιών ούτε να επιτρέψει την ανάπτυξη ασβεστολιθικών αλγών. Απαιτούνται και άλλες ουσίες, κυρίως τα ανθρακικά (CO₃²⁻) και τα διττανθρακικά (HCO₃⁻).
Οι δύο αυτές ουσίες επηρεάζουν σημαντικά και τη σταθεροποίηση του pH στο σωστό εύρος 8,1 – 8,4. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ρυθμιστική ικανότητα (buffering).
Η συνολική συγκέντρωση ανθρακικών και διττανθρακικών ονομάζεται ανθρακική αλκαλικότητα (carbonate alkalinity) ή ανθρακική σκληρότητα (carbonate hardness – KH). Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι απλώς ένας συντελεστής μετατροπής.
Το φυσικό θαλασσινό νερό (NSW) έχει αλκαλικότητα περίπου 2,7 meq/L ή περίπου 7,5 dKH.
Για ένα σταθερό σύστημα, η αλκαλικότητα ή η ανθρακική σκληρότητα πρέπει να βρίσκεται σε επίπεδα παρόμοια με του φυσικού θαλασσινού νερού ή ελαφρώς υψηλότερα και ιδανικά να μην παρουσιάζει διακυμάνσεις μεγαλύτερες από 5 %. Αυτό σημαίνει μέγιστη μεταβολή 0,14 meq/L ή 0,4 dKH.
Επομένως, ένα τεστ αλκαλικότητας πρέπει να μπορεί να μετρά σε βήματα μικρότερα από 0,14 meq/L.
Συμπέρασμα
Επειδή τα κύρια ρυθμιστικά συστατικά για την ανάπτυξη κοραλλιών και ασβεστολιθικών αλγών είναι τα διττανθρακικά και τα ανθρακικά, αυτά πρέπει να προστίθενται όταν παρατηρείται μείωση της αλκαλικότητας ή της ανθρακικής σκληρότητας.
Ένα σωστά διαμορφωμένο buffer πρέπει να διορθώνει τις τιμές με μακροχρόνιο αποτέλεσμα, χωρίς να διαταράσσει το pH του συστήματος. Η αλκαλικότητα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο σταθερή, κάτι που απαιτεί υψηλής ακρίβειας και ευαισθησίας μετρήσεις.
Το Salifert KH/Alk Test είναι απλό στη χρήση και μετρά σε μικρά βήματα 0,1 meq/L ή 0,3 dKH, με καθαρή και έντονη αλλαγή χρώματος, επιτρέποντας την ανίχνευση ακόμη και μικρών αλλά σημαντικών μεταβολών.
Το τεστ επαρκεί για περίπου 100 – 200 μετρήσεις.